20χρονη γυναίκα από το Μαρόκο – “Γιατί μου φέρονται έτσι;”
Δημοσιεύθηκε στις | Ιουνίου 15, 2011 | 0 Σχόλια
Ο πατέρας μου μας παράτησε, χώρισε με την μητέρα μου και μας εγκατέλειψε, Ήμουν τότε 14 χρονών, η αδελφή μου Σαμίρα 8 χρονών και ο μικρός μου αδελφός Άμπντο μόλις 2 χρονών. Η μητέρα μου είναι συνέχεια άρρωστη, δεν ξέρω ακριβώς τι έχει, κάτι με την καρδιά της, με το αίμα της… Αναγκάστηκα να φύγω από το σχολείο, να δουλέψω σε εταιρείες, συσκεύαζα φρούτα… αργότερα ψάρια… Δούλευα για να καλύψω τις ανάγκες της οικογένειας μου.
Με κάποιους φίλους από τη δουλειά πήγαμε σε κάτι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις. Την τελευταία φορά η αστυνομία έπιασε πολλούς από μας. Εγώ ήμουν τυχερή και δεν με έπιασαν.
Δούλευα στο Αgadir όταν μου τηλεφώνησε η μητέρα μου από το σπίτι (300 χλμ μακριά) για να μου πει ότι ήρθαν αστυνομικοί σπίτι και ρωτούσαν για μένα. Φοβήθηκα πολύ. Ένας φίλος που δούλευε στο στρατό με βοήθησε να βγάλω γρήγορα διαβατήριο, μου σύστησαν έναν άλλον που θα με μετέφερε στην Ιταλία, και κανόνισαν να πάω να δουλέψω σε εστιατόριο στη Napoli. Όταν έφτασα στην Τουρκία, ένας άντρας με περίμενε στο αεροδρόμιο, με πήγε σε ένα ξενοδοχείο και μου είπε να περιμένω μία, δύο μέρες.

Τμήμα συνοριακής φύλαξης στο Τυχερό, Έβρος. Δεκέμβριος 2010
Μετά από δύο μέρες ήρθαν δύο άντρες, με πήραν και μ’έβαλαν σε ένα λεωφορείο και μου είπαν να κατέβω στην τελευταία στάση. Στο λεωφορείο γνώρισα και κάποιους άλλους που έκαναν το ταξίδι. Πρώτη φορά άκουσα εκεί ότι θα περάσουμε ένα ποτάμι. Φτάσαμε σε μία μικρή πόλη και κατεβήκαμε όλοι εκεί. Ήμουν παρέα με μία κοπέλα από την Αλγερία. Μας σταμάτησε η Τούρκικη αστυνομία και μας ρώτησαν τι κάνουμε. Τους είπαμε ότι ήμασταν τουρίστριες και μας άφησαν ελεύθερες. Περπατούσαμε για ώρες στην πόλη, χωρίς να ξέρουμε που να πάμε μέχρι που συναντήσαμε κάποιους που είχαμε γνωρίσει στο λεωφορείο. Αυτοί μας είπαν ότι το βράδυ θα φεύγαμε με τα πόδια για να περάσουμε τα σύνορα και να μπούμε στην Ευρώπη.
Μαζευτήκαμε γύρω στα 17 άτομα. Περπατήσαμε τόσο πολύ που κάποια στιγμή δεν μπορούσα άλλο… Με κουβάλησε στους ώμους του ένας άντρας. Όταν καταφέραμε να περάσουμε το ποτάμι, ήμασταν όλοι πολύ χαρούμενοι. Αγκαλιαζόμασταν, όλοι έλεγαν με χαρά: “Είμαστε τώρα στην Ευρώπη!” Μετά χωριστήκαμε. Εγώ έμεινα με την Αλγερινή, οι άλλοι έφυγαν σε άλλη κατεύθυνση.
Δεν μας έπιασε κανείς, πήγαμε μόνες μας και παραδοθήκαμε στην αστυνομία. Εκεί πήρα το πρώτο μεγάλο σοκ, είδα να κρατούνται άνθρωποι σε κάτι χώρους σαν τα ζώα. Εμένα με πήγαν στις Φέρες. Μ’ έβαλαν μέσα. Εκεί αρρώστησα, λιποθυμούσα συνεχώς. Τρεις μέρες με πήγαιναν στο νοσοκομείο για ορούς. Μέσα στο κελί δεν υπάρχει χώρος για να ξαπλώσω, η μυρωδιά είναι πολύ έντονη και αποπνικτική. Νόμιζα ότι ήρθε το τέλος για μένα. Δεν μπορούσα να μείνω ούτε λεπτό εκεί μέσα. Αναρωτιόμουν: “Γιατί μου φέρονται έτσι;”
Ένας αστυνομικός με λυπήθηκε, μου έφερε μία κάρτα για να πάρω τηλέφωνο τη μητέρα μου. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι βρίσκομαι στη φύλακη, μου έλεγε ότι κάτι πρέπει να έχω κάνει για να με βάλουν φυλακή. Αρρώστησε η μητέρα μου. Λυποθύμησα όταν το έμαθα, δύο μέρες δεν ήπια ούτε νερό. Ήθελα να πεθάνω. Με πήγαν ξανά στο νοσοκομείο. Δεν έχω κουράγιο να μιλήσω με κανέναν. “Τι μου συμβαίνει, πού βρίσκομαι, γιατί είμαι εδώ;”, ερωτήσεις που με βασανίζουν κάθε λεπτό.
Γυναίκα από το Μαρόκο, 20 χρονών
Σχόλια
Αφηστε το σχολιο σας




