Η ιστορία του Μ.
Δημοσιεύθηκε στις | Ιουνίου 15, 2011 | 0 Σχόλια
Από τον Θανάση Σπυράτο, συντονιστή του προγράμματος των ΓΧΣ στον Έβρο
Ο Κενυάτης Μ. ήρθε και με βρήκε ένα απόγευμα Κυριακής. Του είχαν δώσει το τηλέφωνό μου από την Αθήνα. Ήταν κάπως ανήσυχος και αναστατωμένος. Έψαχνε την γυναίκα του. Ο ίδιος είχε έρθει στην Ελλάδα πριν από δύο χρόνια και έκανε μερικές δουλειές εδώ κι εκεί, στέλνοντας χρήματα πίσω στην οικογένειά του στην Κένυα. Έπαθε όμως ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα (ίσως γι αυτό κούτσαινε λίγο…) και μπήκε στο νοσοκομείο. Η γυναίκα του ανησύχησε και κίνησε να τον βρει. Νόμιμα, με βίζα δεν μπορούσε να έρθει. Πήρε τον δρόμο με τους διακινητές, μέσω Τουρκίας. Στο ταξίδι του τηλεφωνούσε κατά διαστήματα και του έλεγε πού βρίσκεται. Όταν ήταν η μέρα να περάσει τα σύνορα, τα ίχνη της χάθηκαν. Καμία επικοινωνία από τότε.
Προσπάθησε με μερικές ΜΚΟ στην Αθήνα να την βρει, αλλά δεν κατάφερε τίποτα. Μου έδωσε ένα δύο ονόματα που πιθανόν να χρησιμοποιούσε εκείνη στο ταξίδι της. «Θα ψάξουμε από αύριο στα κρατητήρια και θα σου πω» του είπα. Έδωσα τα ονόματα στην ομάδα μας. Την άλλη μέρα ήρθαν χωρίς αποτέλεσμα. Δεν βρέθηκε στις λίστες.
Ο Μ. είχε έρθει και περίμενε με αγωνία. Του είπα τα νέα. Απογοητεύτηκε και αναρωτιόταν τι να είχε συμβεί, βάζοντας και ξαναβάζοντας τα γεγονότα στην σειρά και προσπαθώντας να καταλάβει. Τον πήρα παράμερα. «Θα σου πω κάτι στενάχωρο, αλλά ίσως πρέπει να το κάνεις», με κοίταξε με περιέργεια… «πρέπει να δεις και τα στοιχεία των νεκροτομείων, υπάρχει πιθανότητα…». Πήδηξε από την θέση του, ταράχτηκε πολύ. Προσπάθησα να τον ηρεμήσω… «Έχει κινδύνους το πέρασμα, όλα είναι πιθανά…».
Την επόμενη πήγε στα αρχηγεία της αστυνομίας να δει. Του έδειξαν φωτογραφίες από νεκρές γυναίκες που βρέθηκαν εκείνη την περίοδο στο ποτάμι. Το μεσημέρι ήρθε και με βρήκε, ήταν περίλυπος, βούρκωνε… «Μάλλον…., μου είπε, μία στην φωτογραφία έμοιαζε, για να είμαι σίγουρος πρέπει να πω στο παιδί μου να κάνει ανάλυση DNA στο Ναϊρόμπι για να διασταυρώσουμε τα στοιχεία του νεκροτομείου». «Από τι σου είπαν ότι χάθηκε;» «Δεν μου είπαν, πρέπει να κάνω αίτηση… ίσως πνιγμός στο ποτάμι». Ήταν σαν χαμένος και όλο έλεγε «πόσο λυπάμαι… πόσο λυπάμαι…».
Τον προσκάλεσα και φάγαμε μαζί, η σκέψη του ταξίδευε… «δεν έπρεπε να δεχτώ να έρθει… δεν έπρεπε…». Του είπα αν ήθελε να πάμε στο νεκροταφείο για μετανάστες, να δει που τους θάβουν. Πήγαμε. Το περιφραγμένο χωράφι στην κορφή ενός λοφίσκου, χρησίμευε για την ταφή των ανθρώπων αυτών. Ξεχώριζες τους τάφους, από τα βουναλάκια του χώματος που κατά την μουσουλμανική συνήθεια έβαζαν πάνω από το σημείο ταφής. Κανένα άλλο σημάδι, μια ταμπέλα με αριθμό, ένα στοιχείο, κάτι… Απελπίστηκε… «Αν είναι εδώ, πως θα ξέρω που» με ρώτησε. Δεν είχα απάντηση, η σειρές των τάφων δεν ήταν υποδειγματικές, να βγάλεις μια άκρη.
Του πρότεινα να πάμε στον Μουφτή του γειτονικού μουσουλμανικού χωριού, που ήξερα ότι αναλαμβάνει την θρησκευτική τελετή της ταφής. Τον βρήκαμε, μας κάλεσε μέσα στο σπίτι του και μας εξήγησε πως έκανε τις ταφές και τον σεβασμό που έδειχναν στους νεκρούς. «Αν έχετε στοιχεία του σάκου του νεκροτομείου που την έφεραν, μας είπε, εγώ θα σας πω ακριβώς που βρίσκεται θαμμένη, έχω δικά μου στοιχεία». Ωραία, σκέφτηκα, η αναγνώριση του τάφου ενός ανθρώπου έγκειται στην καλή θέληση και την πιθανή αξιοπιστία των πρόχειρων σημειώσεων ενός καλού παππού. Κράτος και σύστημα: ανύπαρκτα.
Γυρίσαμε στο Σουφλί. Σε όλο τον δρόμο έλεγε πόσο λυπάται για ότι συνέβη στην γυναίκα του… τον άφησα στον σταθμό των λεωφορείων και χαιρετηθήκαμε εγκάρδια. Θα με έπαιρνε τηλέφωνο κατά καιρούς να με ενημερώνει για τα νεώτερα.
Σχόλια
Αφηστε το σχολιο σας




